Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nonplus
01
μπερδεύω, συγχύζω
to confuse someone to the point of being unable to proceed or respond
Transitive: to nonplus sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nonplus
γ΄ ενικό πρόσωπο
nonplusses
ενεστώτα μετοχή
nonplussing
απλός αόριστος
nonplussed
παθητική μετοχή
nonplussed
Παραδείγματα
The twist at the end of the novel will nonplus most readers, leaving them eager for the next installment.
Η ανατροπή στο τέλος του μυθιστορήματος θα μπερδέψει τους περισσότερους αναγνώστες, αφήνοντάς τους να λαχταρούν για το επόμενο μέρος.
Λεξικό Δέντρο
nonplused
nonplussed
nonplus



























