Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nonplus
01
μπερδεύω, συγχύζω
to confuse someone to the point of being unable to proceed or respond
Transitive: to nonplus sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nonplus
γ΄ ενικό πρόσωπο
nonplusses
ενεστώτα μετοχή
nonplussing
απλός αόριστος
nonplussed
παθητική μετοχή
nonplussed
Παραδείγματα
The sudden change in plans nonplussed the team, as they struggled to adapt.
Η ξαφνική αλλαγή των σχεδίων σύγχυσε την ομάδα, καθώς αγωνίζονταν να προσαρμοστούν.
Λεξικό Δέντρο
nonplused
nonplussed
nonplus



























