Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nonmaterial
01
άυλος, μη υλικός
not consisting of matter or physical substance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nonmaterial
συγκριτικός βαθμός
more nonmaterial
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
philosophy, economics, value
Παραδείγματα
The company's success was built on nonmaterial assets, such as brand reputation and customer loyalty.
Η επιτυχία της εταιρείας χτίστηκε σε άυλα περιουσιακά στοιχεία, όπως η φήμη της μάρκας και η αφοσίωση των πελατών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
nonmaterial
material



























