Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nongregarious
01
μη κοινωνικός, μοναχικός
(of animals) tending to live, travel, or operate alone rather than in groups or herds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nongregarious
συγκριτικός βαθμός
more nongregarious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The polar bear is a nongregarious animal, roaming the Arctic ice alone in search of seals.
Η πολική αρκούδα είναι ένα μη κοινωνικό ζώο, που περιφέρεται μόνη της στον αρκτικό πάγο ψάχνοντας για φώκιες.
Λεξικό Δέντρο
nongregarious
gregarious



























