noisome
noi
ˈnɔɪ
noy
some
səm
sēm

Ορισμός και σημασία του "noisome"στα αγγλικά

01

αηδιαστικός, δυσώδης

extremely repulsive and unpleasant, particularly to the sense of smell 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most noisome
συγκριτικός βαθμός
more noisome
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The noisome fumes from the chemicals in the lab required the use of proper ventilation. 

Οι δυσάρεστες αναθυμιάσεις από τα χημικά στο εργαστήριο απαιτούσαν τη χρήση κατάλληλης εξαερισμού.

Λεξικό Δέντρο

noisomeness
noisome
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store