Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
noble
01
ευγενής, αριστοκρατικός
belonging to the highest social or political class
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most noble
συγκριτικός βαθμός
more noble
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The noble family's ancestral estate showcased their centuries-old lineage and prestige.
Η προγονική περιουσία της ευγενούς οικογένειας παρουσίαζε την αιώνια καταγωγή και το κύρος τους.
02
ευγενής
expressing or having qualities such as honesty, courage, thoughtfulness, etc. that deserves admiration
Παραδείγματα
She was known for her noble character, always putting others' needs before her own.
Ήταν γνωστή για τον ευγενή χαρακτήρα της, πάντα βάζοντας τις ανάγκες των άλλων πριν από τις δικές της.
03
ευγενής, μεγαλοπρεπής
grand or impressive in appearance or quality
Παραδείγματα
The palace stood with noble proportions.
Το παλάτι στέκονταν με ευγενείς αναλογίες.
04
ευγενής, αδρανής
chemically inert, especially resistant to oxidation
Παραδείγματα
Gold is a noble metal that does not corrode easily.
Ο χρυσός είναι ένα ευγενές μέταλλο που δεν σκουριάζει εύκολα.
Noble
01
ευγενής, αριστοκράτης
a person of the highest social rank
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nobles
Παραδείγματα
The noble hosted a grand feast at his castle to celebrate the king's visit.
Ο ευγενής φιλοξένησε μια μεγάλη γιορτή στο κάστρο του για να γιορτάσει την επίσκεψη του βασιλιά.



























