nobel
no
nəʊ
νεου
bel
ˈbɛl
μπελ
novelnoble

Ορισμός και σημασία του "nobel"στα αγγλικά

01

ευγενής, μεγαλοπρεπής

impressively grand and imposing in size 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
noblest
συγκριτικός βαθμός
nobler
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, character, nature
Παραδείγματα
The noble oak tree stood tall and majestic in the center of the park. 

Η ευγενής δρυς στέκονταν ψηλή και μεγαλοπρεπής στο κέντρο του πάρκου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store