Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nipper
01
δαγκάνα, σιδεροχάρακας
a grasping structure on the limb of a crustacean or other arthropods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nippers
Λεξικό Δέντρο
nipper
nip



























