Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nickname
01
δίνω παρατσούκλι, ονομάζω με παρατσούκλι
to give someone or something a different name, often to show affection or emphasize a particular trait
Complex Transitive: to nickname sb/sth sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nickname
γ΄ ενικό πρόσωπο
nicknames
ενεστώτα μετοχή
nicknaming
απλός αόριστος
nicknamed
παθητική μετοχή
nicknamed
Παραδείγματα
The towering skyscraper, officially named "Metropolis Tower," was nicknamed "The Silver Needle" by locals due to its sleek design.
Ο επιβλητικός ουρανοξύστης, επίσημα ονομαζόμενος "Πύργος της Μητρόπολης", προσωνυμιάστηκε "Η Ασημένια Βελόνα" από τους ντόπιους λόγω του κομψού σχεδιασμού του.
Nickname
01
ψευδώνυμο, παρατσούκλι
a familiar or humorous name given to someone that is connected with their real name, appearance, or with something they have done
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nicknames
Παραδείγματα
His friends call him "Speedy" because of how fast he runs.
Οι φίλοι του τον αποκαλούν "Speedy" λόγω της ταχύτητας με την οποία τρέχει. Ψευδώνυμο
02
παρατσούκλι, ψευδώνυμο
a descriptive name for a place or thing
Λεξικό Δέντρο
nickname
nick
name



























