Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accepted
01
αποδεκτός, αναγνωρισμένος
(of ideas, opinions, etc.) considered reasonable or agreed by most people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most accepted
συγκριτικός βαθμός
more accepted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The accepted solution to the problem was simple yet effective.
Η αποδεκτή λύση του προβλήματος ήταν απλή αλλά αποτελεσματική.
Λεξικό Δέντρο
unaccepted
accepted
accept



























