accepted
Pronunciation
/ækˈsɛptɪd/, /əkˈsɛptɪd/

Ορισμός και σημασία του "accepted"στα αγγλικά

01

αποδεκτός, αναγνωρισμένος

(of ideas, opinions, etc.) considered reasonable or agreed by most people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most accepted
συγκριτικός βαθμός
more accepted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Accepted norms in society often vary by culture.
Οι αποδεκτές νόρμες στην κοινωνία συχνά διαφέρουν ανάλογα με την κουλτούρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store