accepted
ac
ak
ak
cep
ˈsɛp
sep
ted
tɪd
tid
accented

Ορισμός και σημασία του "accepted"στα αγγλικά

01

αποδεκτός, αναγνωρισμένος

(of ideas, opinions, etc.) considered reasonable or agreed by most people 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most accepted
συγκριτικός βαθμός
more accepted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The accepted solution to the problem was simple yet effective. 

Η αποδεκτή λύση του προβλήματος ήταν απλή αλλά αποτελεσματική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store