nephew
nephew
nɛvju
nevyoo

Ορισμός και σημασία του "nephew"στα αγγλικά

01

ανιψιός, γιος του αδελφού ή της αδελφής μας

our sister or brother's son, or the son of our husband or wife's siblings 
nephew definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
nephews
αρσενικό ενικό
nephew
θηλυκό ενικό
niece
neutral form
nibling
Παραδείγματα
I bought a toy for my nephew's birthday. 

Αγόρασα ένα παιχνίδι για τα γενέθλια του ανιψιού μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store