Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nepali
01
Νεπαλικά, Νεπαλική γλώσσα
the official state language of Nepal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
Νεπαλέζος, Κατοίκος του Νεπάλ
a native or inhabitant of Nepal
nepali
01
νεπαλέζικος, νεπαλέζικη
of or pertaining to or characteristic of Nepal or its people or language or culture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























