attache
Pronunciation
/ˌætəˈʃeɪ/
attaché

Ορισμός και σημασία του "attache"στα αγγλικά

01

προσαρτημένος

a specialist assigned to the staff of a diplomatic mission
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
attachés
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store