Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acceptance
01
αποδοχή
the act of agreeing with a belief, idea, statement, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
acceptances
Παραδείγματα
Achieving self-acceptance is an important step towards personal growth and happiness.
Η επίτευξη της αποδοχής του εαυτού είναι ένα σημαντικό βήμα προς την προσωπική ανάπτυξη και την ευτυχία.
02
αποδοχή, παραλαβή
the act of receiving or approving something offered
Παραδείγματα
She gave acceptance to the invitation.
Έδωσε την αποδοχή της στην πρόσκληση.
03
αποδοχή, συγκατάθεση
words or actions indicating consent to the terms of an offer, thereby creating a binding contract
Παραδείγματα
The landlord 's acceptance of the rent check finalized the lease.
Η αποδοχή της επιταγής ενοικίου από τον ιδιοκτήτη ολοκλήρωσε τη μίσθωση.
04
αποδοχή, υποδοχή
the condition of being acceptable or welcomed
Παραδείγματα
Acceptance of new ideas can take time.
Η αποδοχή νέων ιδεών μπορεί να πάρει χρόνο.
05
αποδοχή, ανοχή
a willingness to tolerate or embrace people, ideas, or situations
Παραδείγματα
Acceptance of others' faults is part of empathy.
Η αποδοχή των αδυναμιών των άλλων είναι μέρος της ενσυναίσθησης.
06
τραπεζική αποδοχή, αποδεκτή τραπεζική συναλλαγματική
a time draft or bill of exchange drawn on and accepted by a bank, guaranteeing payment at a future date
Παραδείγματα
The banker 's acceptance gave confidence to the exporter.
Η αποδοχή του τραπεζίτη έδωσε εμπιστοσύνη στον εξαγωγέα.
Λεξικό Δέντρο
nonacceptance
acceptance
accept



























