Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
needed
01
απαραίτητος, απαιτούμενος
required or necessary for a specific purpose
Παραδείγματα
Proof of identification is needed to enter the building.
Απαιτείται απόδειξη ταυτότητας για να εισέλθετε στο κτίριο.
Λεξικό Δέντρο
unneeded
needed



























