nauseating
nau
ˈnɔ:
νο
sea
ˌzieɪ
ζιει
ting
tɪng
τινγκ

Ορισμός και σημασία του "nauseating"στα αγγλικά

nauseating
01

προκαλεί αηδία, αηδιαστικός

causing or capable of provoking a sensation of disgust or nausea 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nauseating
συγκριτικός βαθμός
more nauseating
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sensation, emotion, evaluation
Παραδείγματα
The movie’s nauseating scenes of graphic violence were too much for some viewers. 

Οι αηδιαστικές σκηνές γραφικής βίας της ταινίας ήταν πολύ για μερικούς θεατές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

nauseatingness
nauseating
nauseate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store