Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nauseating
01
προκαλεί αηδία, αηδιαστικός
causing or capable of provoking a sensation of disgust or nausea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nauseating
συγκριτικός βαθμός
more nauseating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The movie’s nauseating scenes of graphic violence were too much for some viewers.
Οι αηδιαστικές σκηνές γραφικής βίας της ταινίας ήταν πολύ για μερικούς θεατές.
Λεξικό Δέντρο
nauseatingness
nauseating
nauseate



























