Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
naughty
01
άτακτος, σκανταλιάρης
(typically of children) behaving badly or disobeying rules
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
naughtiest
συγκριτικός βαθμός
naughtier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She couldn't help but smile at her cat's naughty antics as it knocked over a vase.
Δεν μπορούσε παρά να χαμογελάσει με τις άτακτες φασαρίες της γάτας της καθώς αναποδογύριζε ένα βάζο.
Παραδείγματα
The movie had a naughty sense of humor that made everyone laugh.
Η ταινία είχε ένα ατακτο χιούμορ που έκανε όλους να γελάσουν.
Λεξικό Δέντρο
naughtily
naughtiness
naughty
naught



























