Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
naughty
01
άτακτος, σκανταλιάρης
(typically of children) behaving badly or disobeying rules
Παραδείγματα
The naughty students snuck out of class to explore the school's forbidden basement.
Οι άτακτοι μαθητές βγήκαν κρυφά από την τάξη για να εξερευνήσουν το απαγορευμένο υπόγειο του σχολείου.
Παραδείγματα
The comedian ’s naughty remarks had the audience in stitches.
Οι αισχρές παρατηρήσεις του κωμικού έκαναν το κοινό να σκάσει στα γέλια.
Λεξικό Δέντρο
naughtily
naughtiness
naughty
naught



























