atop
a
ə
α
top
ˈtɑp
ταπ
/ɐtˈɒp/

Ορισμός και σημασία του "atop"στα αγγλικά

01

στην κορυφή, πάνω

in a position on the top or highest point
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The statue remains firmly atop despite the winds.
Το άγαλμα παραμένει σταθερά στην κορυφή παρά τους ανέμους.
01

πάνω σε, πάνω από

used to indicate that something is physically positioned on the top of something else
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
A golden crown sat atop his head.
Ένα χρυσό στέμμα κάθισε στην κορυφή του κεφαλιού του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store