atomizer
Pronunciation
/ˈætəˌmaɪzɝ/
atomiser

Ορισμός και σημασία του "atomizer"στα αγγλικά

01

ψεκαστήρας, ατομιστής

a device spraying perfumes or other forms of liquid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
atomizers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store