Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Atomizer
01
ψεκαστήρας, ατομιστής
a device spraying perfumes or other forms of liquid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
atomizers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
atomizer
atomize
atom



























