atomizer
a
ˈæ
ā
to
mi
maɪ
mai
zer
atomiser

Ορισμός και σημασία του "atomizer"στα αγγλικά

01

ψεκαστήρας, ατομιστής

a device spraying perfumes or other forms of liquid 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
atomizers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

atomizer
atomize
atom
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store