Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to atone
01
εξιλεώνω, αποζημιώνω
to make up for a past offense or mistake by doing something good or beneficial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
atone
γ΄ ενικό πρόσωπο
atones
ενεστώτα μετοχή
atoning
απλός αόριστος
atoned
παθητική μετοχή
atoned
Παραδείγματα
She atones for her mistakes by volunteering at the local soup kitchen.
Εξιλεώνεται για τα λάθη της εργαζόμενη ως εθελόντρια στην τοπική κουζίνα για φτωχούς.
02
εξιλεώνω, μετανοώ
(religious) to make up for a sin by feeling sorry, asking for forgiveness, and trying to do better
Παραδείγματα
The penitent soul sought to atone for past wrongs by participating in religious rituals and seeking forgiveness from a higher power.
Η μετανοημένη ψυχή επιδίωκε να εξιλεωθεί για τα περασμένα λάθη συμμετέχοντας σε θρησκευτικές τελετές και ζητώντας συγχώρεση από μια ανώτερη δύναμη.
Λεξικό Δέντρο
atonement
atone



























