Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Narcotic
01
ναρκωτικό, υπνωτικό
a drug that reduces pain and causes sleepiness, confusion, or dullness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
narcotics
narcotic
01
ναρκωτικός, μεθυστικός
(of a drug or substance) affecting one's mind in a harmful way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most narcotic
συγκριτικός βαθμός
more narcotic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
drugs, health, effects
02
ναρκωτικός, παυσίπονος
(of a drug or substance) used to soothe or treat a moderate to severe pain
03
ναρκωτικός, μεθυστικός
inducing mental lethargy
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
narcotic
narcot



























