narcotic
nar
nɑr
ναρ
co
ˈkɑ
κα
tic
tɪk
τικ
/nɑːkˈɒtɪk/

Ορισμός και σημασία του "narcotic"στα αγγλικά

01

ναρκωτικό, υπνωτικό

a drug that reduces pain and causes sleepiness, confusion, or dullness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
narcotics
01

ναρκωτικός, μεθυστικός

(of a drug or substance) affecting one's mind in a harmful way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most narcotic
συγκριτικός βαθμός
more narcotic
διαβαθμίσιμο
02

ναρκωτικός, παυσίπονος

(of a drug or substance) used to soothe or treat a moderate to severe pain
03

ναρκωτικός, μεθυστικός

inducing mental lethargy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store