Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
narcissistic
01
ναρκισσιστικός, εγωκεντρικός
having an excessive interest in oneself, often accompanied by a lack of empathy for others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most narcissistic
συγκριτικός βαθμός
more narcissistic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, psychology, behavior
Παραδείγματα
His narcissistic behavior made it difficult for him to maintain meaningful relationships.
Η ναρκισσιστική του συμπεριφορά του έκανε δύσκολο να διατηρήσει ουσιαστικές σχέσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
narcissistic
narcissist
narcist



























