narc
narc
nɑrk
ναρκ
/nˈɑːk/
narco
nark

Ορισμός και σημασία του "narc"στα αγγλικά

01

ένας ναρκ, ένας πράκτορας ναρκωτικών

a police officer or federal agent working on illegal narcotics control
narc definition and meaning
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
narcs
Παραδείγματα
The narc reported the suspicious activity to headquarters.
Ο ναρκ ανέφερε την ύποπτη δραστηριότητα στην έδρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store