Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Narcissist
01
ναρκισσιστής, εγωκεντρικός
a self-absorbed, egotistical person who craves admiration and lacks empathy
αποδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
narcissists
Παραδείγματα
The narcissist posted twenty selfies on his own birthday.
Ο ναρκισσιστής δημοσίευσε είκοσι selfies στο δικό του γενέθλιο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
narcissistic
narcissist
narcist



























