nanny
na
ˈnæ
nny
ni
ni
ninny

Ορισμός και σημασία του "nanny"στα αγγλικά

01

παιδαγωγός, μπαμπάς

a woman whose job is to take care of a child in its own home 
nanny definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
nannies
αρσενικό ενικό
manny
θηλυκό ενικό
nanny
neutral form
childcare provider
Παραδείγματα
The family hired a nanny to care for their toddler while they were at work. 

Η οικογένεια προσέλαβε μια μπαμπάς για να φροντίζει το νήπιο τους ενώ ήταν στη δουλειά.

02

κατσίκα, γαλακτοπαραγωγή κατσίκα

a female goat, especially one kept for milk or breeding 
Παραδείγματα
The farmer led the nanny into the barn for milking. 

Ο αγρότης οδήγησε την γάιδα στον αχυρώνα για το άρμεγμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store