Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
naive
01
αφελής, αθώος
lacking experience and wisdom due to being young
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
naivest
συγκριτικός βαθμός
naiver
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was naive to the ways of the world, trusting everyone she met without question.
Ήταν αφελής απέναντι στους τρόπους του κόσμου, εμπιστευόμενη όλους όσους γνώριζε χωρίς αμφιβολία.
Παραδείγματα
The naive student believed every word the speaker said, without questioning it.
Ο αφελής μαθητής повірив κάθε λέξη που είπε ο ομιλητής, χωρίς να την αμφισβητήσει.
03
αφελής, άπειρος
lacking experience, wisdom, or understanding about the world, often resulting in being overly trusting or easily deceived
Παραδείγματα
The naive approach to software development led to significant bugs in the program.
Η αφελής προσέγγιση στην ανάπτυξη λογισμικού οδήγησε σε σημαντικά σφάλματα στο πρόγραμμα.
04
αφελής, αθώος
(of an art style) intentionally avoiding advanced techniques, featuring bold simplicity, bright colors, and a childlike directness, often with little or no perspective
Παραδείγματα
The artist embraced a naive style, using bright colors and simplistic forms to convey emotion.
Ο καλλιτέχνης υιοθέτησε ένα αφελές στυλ, χρησιμοποιώντας φωτεινά χρώματα και απλές μορφές για να μεταδώσει συναίσθημα.
Λεξικό Δέντρο
naively
naiveness
naive



























