myopic
Pronunciation
/maɪˈɑpɪk/

Ορισμός και σημασία του "myopic"στα αγγλικά

01

μυωπικός, ανίκανος να δει καθαρά μακρινά αντικείμενα

unable to see distant objects clearly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most myopic
συγκριτικός βαθμός
more myopic
διαβαθμίσιμο
02

μυωπικός, στενόμυαλος

focusing only on the near future and ignoring long-term consequences
Παραδείγματα
Investors were wary of the CEO ’s myopic vision for the company ’s growth.
Οι επενδυτές ήταν επιφυλακτικοί απέναντι στην μυωπική οπτική του CEO για την ανάπτυξη της εταιρείας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store