myopic
myo
ˈmaɪɒ
maio
pic
pɪk
pik
tropictopicisotopicendoscopic

Ορισμός και σημασία του "myopic"στα αγγλικά

01

μυωπικός, ανίκανος να δει καθαρά μακρινά αντικείμενα

unable to see distant objects clearly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most myopic
συγκριτικός βαθμός
more myopic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
vision, health, perception
02

μυωπικός, στενόμυαλος

focusing only on the near future and ignoring long-term consequences 
Παραδείγματα
His myopic view of the project led to several unforeseen problems. 

Η μυωπική του άποψη για το έργο οδήγησε σε πολλά απρόβλεπτα προβλήματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

myopic
myope
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store