Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
myopic
01
μυωπικός, ανίκανος να δει καθαρά μακρινά αντικείμενα
unable to see distant objects clearly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most myopic
συγκριτικός βαθμός
more myopic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
vision, health, perception
02
μυωπικός, στενόμυαλος
focusing only on the near future and ignoring long-term consequences
Παραδείγματα
His myopic view of the project led to several unforeseen problems.
Η μυωπική του άποψη για το έργο οδήγησε σε πολλά απρόβλεπτα προβλήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
myopic
myope



























