Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mutually exclusive
01
αμοιβαία αποκλειόμενα, αποκλειόμενα μεταξύ τους
having events or conditions that cannot both occur at the same time
Παραδείγματα
His interests in both fields seemed mutually exclusive, leaving no room for compromise.
Τα ενδιαφέροντά του και στα δύο πεδία φαίνονταν αμοιβαία αποκλειόμενα, χωρίς να αφήνουν χώρο για συμβιβασμό.



























