mutually exclusive
mu
ˈmju:
μγου
tua
ʧu:ə
τσουα
lly
li
λι
exc
ɛksk
εκσκ
lu
lu:
λου
sive
sɪv
σιβ
/mjˈuːtʃuːəli ɛksklˈuːsɪv/

Ορισμός και σημασία του "mutually exclusive"στα αγγλικά

mutually exclusive
01

αμοιβαία αποκλειόμενα, αποκλειόμενα μεταξύ τους

having events or conditions that cannot both occur at the same time
Παραδείγματα
His interests in both fields seemed mutually exclusive, leaving no room for compromise.
Τα ενδιαφέροντά του και στα δύο πεδία φαίνονταν αμοιβαία αποκλειόμενα, χωρίς να αφήνουν χώρο για συμβιβασμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store