Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mutule
01
μούτουλο, μοντίγιον
a decorative block or projection that is typically found under the projecting eaves of a classical entablature
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mutules



























