municipal
mu
mju:
myoo
ni
ˈnɪ
ni
ci
si
pal
pəl
pēl

Ορισμός και σημασία του "municipal"στα αγγλικά

01

δημοτικός, περιφερειακός

involving or belonging to the government of a city, town, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
government, administration, urban
Παραδείγματα
The municipal government announced plans to improve public transportation infrastructure in the city. 

Η δημοτική κυβέρνηση ανακοίνωσε σχέδια για τη βελτίωση των υποδομών των δημόσιων συγκοινωνιών στην πόλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

municipality
municipally
municipal
municip
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store