municipal
mu
mju
μγου
ni
ˈnɪ
νι
ci
σι
pal
pəl
παλ
/mjuːˈnɪsɪpəl/

Ορισμός και σημασία του "municipal"στα αγγλικά

01

δημοτικός, περιφερειακός

involving or belonging to the government of a city, town, etc.
Παραδείγματα
Municipal utilities ensure reliable access to essential services such as water and electricity for residents.
Οι δημοτικές υπηρεσίες διασφαλίζουν αξιόπιστη πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες όπως νερό και ηλεκτρικό ρεύμα για τους κατοίκους.

Λεξικό Δέντρο

municipality
municipally
municipal
municip
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store