Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mundane
01
κοινότοπος, βαρετός
lacking the ability to arouse interest or cause excitement
Παραδείγματα
The mundane routine of daily life made her yearn for something more exciting.
Η κοινότοπη ρουτίνα της καθημερινής ζωής την έκανε να λαχταρά κάτι πιο συναρπαστικό.
02
επίγειος, κοσμικός
belonging to this earth or world; not ideal or heavenly
03
κοινότοπος, κοσμικός
characterized by a focus on practical or worldly affairs, rather than abstract or theoretical considerations
Παραδείγματα
The consultant offered advice on streamlining mundane processes in the office, aiming to increase efficiency and productivity.
Ο σύμβουλος προσέφερε συμβουλές για την απλοποίηση των καθημερινών διαδικασιών στο γραφείο, με στόχο την αύξηση της αποτελεσματικότητας και της παραγωγικότητας.
Λεξικό Δέντρο
mundanely
mundaneness
mundane



























