Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mundane
01
κοινότοπος, βαρετός
lacking the ability to arouse interest or cause excitement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mundane
συγκριτικός βαθμός
more mundane
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The mundane task of washing dishes felt tedious and uninteresting.
Η κοινότοπη εργασία του πλύσιμο των πιάτων φαινόταν κουραστική και μη ενδιαφέρουσα.
02
επίγειος, κοσμικός
belonging to this earth or world; not ideal or heavenly
03
κοινότοπος, κοσμικός
characterized by a focus on practical or worldly affairs, rather than abstract or theoretical considerations
Παραδείγματα
As a financial advisor, his expertise lay in navigating the mundane complexities of investment portfolios and retirement planning.
Ως χρηματοοικονομικός σύμβουλος, η ειδίκευσή του έγκειτο στην πλοήγηση των κοσμικών πολυπλοκότητων των επενδυτικών χαρτοφυλακίων και του σχεδιασμού συνταξιοδότησης.
Λεξικό Δέντρο
mundanely
mundaneness
mundane



























