Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to munch
01
μασάω, τραγανίζω
to chew steadily or vigorously, often making a crunching sound
Transitive: to munch food | to munch on food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
munch
γ΄ ενικό πρόσωπο
munches
ενεστώτα μετοχή
munching
απλός αόριστος
munched
παθητική μετοχή
munched
Παραδείγματα
During the movie, we sat on the couch and munch on popcorn.
Κατά τη διάρκεια της ταινίας, καθίσαμε στον καναπέ και μασούσαμε ποπκόρν.
Munch
01
ένα μεγάλο δάγκωμα, ένα μεγάλο κομμάτι
a large bite
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
munches
02
Νορβηγός ζωγράφος (1863-1944), Νορβηγός καλλιτέχνης (1863-1944)
Norwegian painter (1863-1944)
03
σνακ, μεζές
snacks or small amounts of food
αργκό
Παραδείγματα
Grab some munch for the movie.
Πάρε μερικά σνακ για την ταινία.



























