Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mumpsimus
01
πεισματάρης, ισχυρογνώμων
a person who stubbornly clings to old errors or habits despite being corrected
αποδοκιμαστικό
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
The mumpsimus insisted on using outdated software everyone else abandoned.
Ο mumpsimus επέμενε να χρησιμοποιεί ξεπερασμένο λογισμικό που όλοι οι άλλοι είχαν εγκαταλείψει.
02
mumpsimus, πεισματική παραδοσιακή ιδέα
a traditional notion that is obstinately held although it is unreasonable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο



























