Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mumpsimus
01
πεισματάρης, ισχυρογνώμων
a person who stubbornly clings to old errors or habits despite being corrected
Disapproving
Old use
Παραδείγματα
The mumpsimus refused to correct his pronunciation.
Ο mumpsimus αρνήθηκε να διορθώσει την προφορά του.
02
mumpsimus, πεισματική παραδοσιακή ιδέα
a traditional notion that is obstinately held although it is unreasonable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο



























