mumpsimus
mump
ˈmʌmp
μαμπ
si
σι
mus
məs
μασ
sumpsimus

Ορισμός και σημασία του "mumpsimus"στα αγγλικά

01

πεισματάρης, ισχυρογνώμων

a person who stubbornly clings to old errors or habits despite being corrected 
mumpsimus definition and meaning
αποδοκιμαστικό
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
The mumpsimus insisted on using outdated software everyone else abandoned. 

Ο mumpsimus επέμενε να χρησιμοποιεί ξεπερασμένο λογισμικό που όλοι οι άλλοι είχαν εγκαταλείψει.

02

mumpsimus, πεισματική παραδοσιακή ιδέα

a traditional notion that is obstinately held although it is unreasonable 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store