Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mumbling
01
μουρμουρίζων, ασαφής στην ομιλία
speaking quietly and unclearly, making it hard for others to understand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mumbling
συγκριτικός βαθμός
more mumbling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The professor's mumbling lecture left the students struggling to follow along.
Η μουρμουρητή διάλεξη του καθηγητή άφησε τους μαθητές να παλεύουν να ακολουθήσουν.
Mumbling
01
μουρμουρητό, μουρμούρισμα
the act of speaking unclearly, often with words that are hard to hear or understand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His mumbling made it difficult to understand what he was saying.
Το μουρμουρητό του έκανε δύσκολο να καταλάβει κανείς τι έλεγε.
Λεξικό Δέντρο
mumbling
mumble



























