multitude
mul
ˈmʌl
μαλ
ti
τι
tude
tju:d
τγουντ

Ορισμός και σημασία του "multitude"στα αγγλικά

01

το πλήθος, οι μάζες

the ordinary people or general population, often viewed as a collective group 
multitude definition and meaning
Παραδείγματα
The leader's speech was aimed at inspiring the multitude. 

Η ομιλία του ηγέτη είχε στόχο να εμπνεύσει το πλήθος.

02

πλήθος, μάζα

a large number of people or things 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
multitudes
Παραδείγματα
A multitude of stars twinkled brightly in the clear night sky. 

Ένας πολυάριθμος αστέρες λάμπανε φωτεινά στον καθαρό νυχτερινό ουρανό.

03

πλήθος, πολυπληθία

a large gathering of people 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

multitudinous
multitude
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store