Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Masses
01
οι μάζες, ο πληθυσμός
the general population or a large group of people within a society considered collectively
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
masses
Παραδείγματα
The new policy received mixed reactions from the masses, with some in favor and others opposed.
Η νέα πολιτική έλαβε ανάμεικτες αντιδράσεις από τις μάζες, με κάποιους υπέρ και άλλους κατά.



























