Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Masses
01
οι μάζες, ο πληθυσμός
the general population or a large group of people within a society considered collectively
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
masses
Παραδείγματα
The masses gathered in the town square to celebrate the national holiday.
Οι μάζες συγκεντρώθηκαν στην πλατεία της πόλης για να γιορτάσουν την εθνική γιορτή.



























