Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Massasauga
01
μασσασάουγκα, βίτσα των έλων
a small venomous pit viper, characterized by its rattlesnake-like features and preference for wetland habitats
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
massasaugas
02
μασσασάουγκα, μικρό πυγμαϊκό κροταλία
small pygmy rattlesnake
LanGeek



























