multipurpose
mul
ˌməl
μαλ
ti
ti
τι
pur
ˈpɜr
περρ
pose
pəs
πασ
/mˌʌltɪpˈɜːpəs/
multi-purpose

Ορισμός και σημασία του "multipurpose"στα αγγλικά

multipurpose
01

πολυσκοπικός, πολυλειτουργικός

designed or intended for multiple uses or functions
Παραδείγματα
The bag is lightweight and multipurpose, ideal for travel.
Η τσάντα είναι ελαφριά και πολλαπλών χρήσεων, ιδανική για ταξίδια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store