Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
multiple
01
πολλαπλός, αρκετοί
consisting of or involving several parts, elements, or people
Παραδείγματα
The book has multiple plot twists that keep readers engaged.
Το βιβλίο έχει πολλαπλές ανατροπές στην πλοκή που κρατούν τους αναγνώστες ενεργούς.
1.1
πολλαπλός
(of a sickness, injury, condition, etc.) affecting several areas, instances, or occurring simultaneously or repeatedly within the body
Παραδείγματα
She experienced a multiple perforation of the intestines due to the trauma.
Βίωσε μια πολλαπλή διάτρηση των εντέρων λόγω του τραύματος.
1.2
πολλαπλός, ποικίλος
having many different aspects, functions, or traits
Παραδείγματα
The project required a multiple approach, addressing various challenges simultaneously.
Το έργο απαιτούσε μια πολλαπλή προσέγγιση, αντιμετωπίζοντας διάφορες προκλήσεις ταυτόχρονα.
Multiple
01
πολλαπλάσιο, ένα πολλαπλάσιο
a number that is the result of multiplying a given number by an integer
Παραδείγματα
The teacher asked the students to list all the multiples of five.
Ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να απαριθμήσουν όλα τα πολλαπλάσια του πέντε.
02
αλυσίδα, πολυεθνική εταιρεία
a chain or company that has branches in various locations
Dialect
British
Παραδείγματα
The expansion of the multiples has significantly impacted small, independent shops in the area.
Η επέκταση των πολλαπλών έχει επηρεάσει σημαντικά τα μικρά, ανεξάρτητα καταστήματα στην περιοχή.



























