multiple
mul
ˈmʌl
mal
ti
ti
ple
pəl
pēl

Ορισμός και σημασία του "multiple"στα αγγλικά

01

πολλαπλός, αρκετοί

consisting of or involving several parts, elements, or people 
multiple definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The project required multiple steps to complete successfully. 

Το έργο απαιτούσε πολλαπλά βήματα για να ολοκληρωθεί με επιτυχία.

1.1

πολλαπλός

(of a sickness, injury, condition, etc.) affecting several areas, instances, or occurring simultaneously or repeatedly within the body 
Παραδείγματα
Multiple sclerosis is a condition with complex and varied effects on the nervous system. 

Η πολλαπλή σκλήρυνση είναι μια κατάσταση με πολύπλοκες και ποικίλες επιπτώσεις στο νευρικό σύστημα.

1.2

πολλαπλός, ποικίλος

having many different aspects, functions, or traits 
Παραδείγματα
The project needed a multiple strategy to tackle the various challenges effectively. 

Το έργο χρειαζόταν μια πολλαπλή στρατηγική για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις διάφορες προκλήσεις.

01

πολλαπλάσιο, ένα πολλαπλάσιο

a number that is the result of multiplying a given number by an integer 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
multiples
Παραδείγματα
Twelve is a multiple of three, as 3 times 4 equals 12. 

Το δώδεκα είναι πολλαπλάσιο του τρία, αφού 3 επί 4 ισούται με 12.

02

αλυσίδα, πολυεθνική εταιρεία

a chain or company that has branches in various locations 
Dialectbritish flagBritish
Παραδείγματα
The company is one of the largest food multiples in the country, with stores in every major city. 

Η εταιρεία είναι μια από τις μεγαλύτερες αλυσίδες τροφίμων στη χώρα, με καταστήματα σε κάθε μεγάλη πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store