Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
multinational
01
πολυεθνικός, διεθνής
involving or relating to multiple countries or nationalities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
business, geography, society
Παραδείγματα
The multinational team collaborated on a project that spanned different countries.
Η πολυεθνική ομάδα συνεργάστηκε σε ένα έργο που κάλυπτε διαφορετικές χώρες.
Multinational
01
πολυεθνική, πολυεθνική εταιρεία
a company or organization that operates in multiple countries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
multinationals
Παραδείγματα
The multinational opened new offices in Asia last year.
Η πολυεθνική άνοιξε νέα γραφεία στην Ασία πέρυσι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
multinational
national
nation
nat



























