Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Multimeter
01
πολύμετρο, καθολικός δοκιμαστής
an electrical testing device that combines multiple measurement functions in one tool, typically used to measure voltage, current, and resistance in electrical circuits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
multimeters
Παραδείγματα
Before replacing any components, he used a multimeter to check the circuit for any electrical issues.
Πριν αντικαταστήσει οποιαδήποτε εξαρτήματα, χρησιμοποίησε ένα πολύμετρο για να ελέγξει το κύκλωμα για τυχόν ηλεκτρικά προβλήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
multimeter
meter



























