Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
multinational
01
πολυεθνικός, διεθνής
involving or relating to multiple countries or nationalities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The multinational workforce brings together employees from various cultural backgrounds.
Ο πολυεθνικός εργατικός πληθυσμός συγκεντρώνει εργαζόμενους από διαφορετικά πολιτιστικά περιβάλλοντα.
Multinational
01
πολυεθνική, πολυεθνική εταιρεία
a company or organization that operates in multiple countries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
multinationals
Παραδείγματα
Critics say some multinationals exploit cheap labor in developing countries.
Οι κριτικοί λένε ότι ορισμένες πολυεθνικές εταιρείες εκμεταλλεύονται τη φθηνή εργασία σε αναπτυσσόμενες χώρες.
Λεξικό Δέντρο
multinational
national
nation
nat



























