muffin
Pronunciation
/ˈməfən/

Ορισμός και σημασία του "muffin"στα αγγλικά

01

μούφιν, μικρό κέικ

a small cup-shaped cake that is sweet in taste, made with eggs and baking powder
muffin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
muffins
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store