mucky
mu
ˈmʌ
μα
cky
ki
κι
murkymusky

Ορισμός και σημασία του "mucky"στα αγγλικά

01

λασπωμένος, βρώμικος

covered in dirt or a thick, sludgy substance 
mucky definition and meaning
Παραδείγματα
The mucky water in the puddle made it hard to see the bottom. 

Το βρόμικο νερό στη λακκούβα έκανε δύσκολο να δεις το πάτο.

02

βρώμικος, λασπωμένος

dirty and messy; covered with mud or muck 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
muckiest
συγκριτικός βαθμός
muckier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cleanliness, condition, environment

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mucky
muck
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store