moving
mo
ˈmu:
moo
ving
vɪng
ving
approvingimprovingdisapproving

Ορισμός και σημασία του "moving"στα αγγλικά

01

συγκινητικός, επαφής

causing powerful emotions of sympathy or sorrow 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most moving
συγκριτικός βαθμός
more moving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The moving speech by the survivor brought tears to the eyes of everyone in the audience. 

Ο συγκινητικός λόγος του επιζώντα έφερε δάκρυα στα μάτια όλων των ακροατών.

02

κινούμενος, κινητός

involving motion or movement 
Παραδείγματα
The moving train traveled swiftly along the tracks. 

Το κινούμενο τρένο ταξίδευε γρήγορα κατά μήκος των σιδηροτροχιών.

03

κινούμενος, κινούμενη

(of a sequence of still images) displayed rapidly so they blend into the appearance of continuous motion 
Παραδείγματα
The museum exhibit included an early moving display that showed city traffic in the 1920s. 

Η έκθεση του μουσείου περιελάμβανε μια πρώιμη κινούμενη οθόνη που έδειχνε την κυκλοφορία της πόλης στη δεκαετία του 1920.

Λεξικό Δέντρο

movingly
nonmoving
unmoving
moving
move
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store