motor vehicle
mo
ˈməʊ
mew
tor
ve
vi:ɪ
vii
hicle
əkl
ēkl

Ορισμός και σημασία του "motor vehicle"στα αγγλικά

01

μηχανοκίνητο όχημα, αυτοκίνητο

any type of vehicle that is powered by an engine 
motor vehicle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
motor vehicles
Παραδείγματα
He drove his motor vehicle to work every day, using it for his daily commute. 

Οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα του στη δουλειά κάθε μέρα, χρησιμοποιώντας το για την καθημερινή του μετακίνηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store