motor vehicle
Pronunciation
/mˈoʊɾɚ vˈiəkəl/

Ορισμός και σημασία του "motor vehicle"στα αγγλικά

01

μηχανοκίνητο όχημα, αυτοκίνητο

any type of vehicle that is powered by an engine
motor vehicle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
motor vehicles
Παραδείγματα
The city has implemented new policies to reduce the number of motor vehicles in the downtown area.
Η πόλη έχει εφαρμόσει νέες πολιτικές για τη μείωση του αριθμού των μηχανοκίνητων οχημάτων στην κεντρική περιοχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store