motorboat
motorboat
məʊtəbəʊt
mewtēbewt

Ορισμός και σημασία του "motorboat"στα αγγλικά

01

βάρκα με κινητήρα, μοτοροσκάφος

a boat propelled by an internal-combustion engine 
motorboat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
motorboats
to motorboat
01

κάνω βόλτα με μοτοσικλέτα, ταξιδεύω με μοτοσικλέτα

ride in a motorboat 
to motorboat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
motorboat
γ΄ ενικό πρόσωπο
motorboats
ενεστώτα μετοχή
motorboating
απλός αόριστος
motorboated
παθητική μετοχή
motorboated

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

motorboat

motor

+

boat

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store